απφύς

ἀπφῡς (-ύος), ο (AM)
θωπευτική προσαγόρευση για τον πατέρα από τα παιδιά του («καλὸς ἀπφῡς» — καλός ο μπαμπάκας σου, ο παπάκης, Θεόκρ.)
[ΕΤΥΜΟΛ. Υποκοριστικός τ. της παιδικής γλώσσας με εκφραστικό αναδιπλασιασμό. Πρβλ. άππα, άττα, άπφα, πάππα].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀπφύς — ἀπφύ̱ς , ἀπφύς masc acc pl ἀπφύς masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπφύ — ἀπφύς masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπφύος — ἀπφύς masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άππα — ἄππα (Α) (προσαγόρευση στον πατέρα) πατερούλη, παππάκη. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για λ. της παιδικής γλώσσας, υποκοριστικής σημασίας, με εκφραστικό αναδιπλασιασμό (πρβλ. πάππα, άττα, άπφα, απφύς). Ο Ησύχιος παραδίδει τ. άππας «τροφεύς», ο οποίος… …   Dictionary of Greek

  • appa —     appa     English meaning: father     Deutsche Übersetzung: “Vater”; Lallwort     Material: compare Gk. ἄππα, ἀπφά, ἄπφα, ἀπφῦς (Theokrit) “ dad “; Toch. В appakke “ father “ (this (a)kke from ammakki “Mutter”).     References: WP. I 47.… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.